Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2019

Η εξόντωση και ο διωγμός των Ελλήνων της ΚωνσταντινούποληςHistory 20/06/2018 απελάσεις, Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, Σεπτεμβριανά









Με τη Συνθήκη της Λοζάνης το 1923 προβλεπόταν η διατήρηση της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης, των εννέα Πριγκιποννήσων της Θάλασσας του Μαρμαρά και των νησιών Ίμβρου και Τενέδου. Το γεγονός πως η Συνθήκη της Λοζάνης εξαιρούσε τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και των παραπάνω νησιών από την ανταλλαγή πληθυσμού και ταυτόχρονα προστάτευε τα δικαιώματά τους, δεν σήμαινε πως οι Τούρκοι σεβάστηκαν και πολύ το περιεχόμενο αυτής της συνθήκης.

Οι πρώτες εχθρικές ενέργειες
Πέντε κιόλας χρόνια μετά την υπογραφή της συνθήκης, μία ομάδα φανατισμένων Τούρκων έκαψε το μεγαλύτερο μέρος της συνοικίας που κατοικούσαν οι Έλληνες προκειμένου να εγκατασταθούν εκεί μουσουλμάνοι.

Αργότερα, η τουρκική κυβέρνηση προσπάθησε μέσω νομοθεσίας να εξοντώσει οικονομικά την ελληνική μειονότητα. Συγκεκριμένα, το 1942 εκδόθηκε ένα διάγγελμα με την ονομασία Varlik Vergisi, με το οποίο επιβλήθηκε ένας τεράστιος φόρος περιουσίας στις μειονότητες. Η αιτιολογία γι’ αυτή την οικονομική υπερφορολόγηση μόνο των μειονοτήτων ήταν πως έπρεπε να ενισχυθούν οικονομικά οι Τούρκοι πολίτες που είχαν χαμηλό εισόδημα. Την περίοδο από το 1942 έως το 1955, το 15% της κρατικής φορολογίας της Τουρκίας προερχόταν από τους Έλληνες.

Τα Σεπτεμβριανά
Η κατάσταση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης άρχισε να γίνεται ακόμη πιο δυσχερής το 1954, λόγω του Κυπριακού Ζητήματος. Στη διάρκεια του αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου για ανεξαρτησία από τους Άγγλους, οξύνθηκε και ο τουρκικός εθνικισμός στην Κύπρο. Αυτό είχε όμως ως αποτέλεσμα να βρεθεί στο στόχαστρο του τουρκικού εθνικισμού και η ελληνική μειονότητα της Τουρκίας.

Το Σεπτέμβριο του 1955 πραγματοποιήθηκε μια από τις χειρότερες επιθέσεις των Τούρκων προς τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Τη νύχτα της 6ης/7ης Σεπτεμβρίου, οι Τούρκοι οπαδοί του Μεντερές έκαψαν πάνω από 3.000 σπίτια και περισσότερα από 4.000 μαγαζιά των Ελλήνων. Ακόμη, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν 82 ορθόδοξους ναούς, κατέστρεψαν και βεβήλωσαν κοιμητήρια και κατέστρεψαν 26 ελληνόφωνα μειονοτικά σχολεία.

Από την καταστροφική μανία των Τούρκων εκείνη τη νύχτα σημειώθηκαν 200 βιασμοί και 16 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους. Οι Έλληνες της Πόλης μέσα σε λίγες ώρες έχασαν τις περιουσίες τους και η ζωή γι’ αυτούς ήταν πια αβέβαιη. Από τους 100.000 Έλληνες της Κωνσταντινούπολης πολλοί τότε διάλεξαν τη μετανάστευση στην Αμερική και στον Καναδά.

Μετά τα «Σεπτεμβριανά», η κυβέρνηση Μεντερές επιχείρησε να αποκρύψει τη συμμετοχή της στα γεγονότα ενοχοποιώντας το αριστερό τουρκικό κίνημα. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν κι ο Αζίζ Νεσίν.

Ενώ η κυβέρνηση υποσχέθηκε στους Έλληνες αποζημιώσεις, στην πραγματικότητα σκλήρυνε ακόμη περισσότερο τη στάση της απέναντί τους. Μάλιστα, λίγες ημέρες αργότερα, στις 16 Σεπτεμβρίου 1955, συνέλαβαν τον εκδότη της «Ελεύθερης Φωνής» Ανδρέα Λαμπίκη, που παρέμεινε στις στρατιωτικές φυλακές του Χαρπιγιέ για αρκετό χρόνο, χωρίς επίσημη κατηγορία ή ένταλμα. Επιπλέον, 57 ηγετικά στελέχη της μειονότητας συνελήφθησαν κι απελάθηκαν από την Τουρκία την περίοδο 1957-59. Μεταξύ αυτών και ο δημοσιογράφος Δημήτριος Καλούμενος, που είχε καταγράψει με τον φακό του τα έκτροπα των Τούρκων.


Ο διωγμός του 1964
Τα δεινά όμως των Κωνσταντινουπολιτών δεν τελείωσαν με τα «Σεπτεμβιανά». Λόγω της νέας υποτροπής του Κυπριακού Ζητήματος την περίοδο 1963-64, απελάθηκαν 12.000 Έλληνες υπήκοοι της Κωνσταντινούπολης. Η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισε να απελάσει τους Έλληνες υπηκόους που ζούσαν στην Τουρκία και είχαν δικαίωμα παραμονής χωρίς βίζα. Μαζί τους όμως εξαναγκάστηκαν σε φυγή πενταπλάσιοι άλλοι τουρκικής υπηκοότητας.

Οι μαζικές μεταναστεύσεις πληθυσμών που πραγματοποιήθηκαν τότε θεωρήθηκαν ως η μεγαλύτερη έξοδος ανθρώπων από μία χώρα σε καιρό ειρήνης στο έδαφος της Βαλκανικής Χερσονήσου, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά το διάστημα αυτό έκλεισαν και 100 επιχειρήσεις Ελλήνων υπηκόων με κεφάλαιο 500.000.000 δολαρίων.

Πηγές: «Η Κωνσταντινούπολη μετά το 1923. Μνήμες και μνημεία»

Οι Φαναριώτες και η πραγματική καταγωγή τους


Με τον όρο Φαναριώτες προσδιορίζεται ένα σύνολο οικογενειών που έζησε στην Κωνσταντινούπολη γύρω από τη συνοικία του Φαναρίου μετά την άλωση. Οι Φαναριώτες αποτελούσαν μια οικονομική και κοινωνική ελίτ της Κωνσταντινούπολης, η οποία από το 1661 έως το 1821 κατείχε υψηλά κρατικά αξιώματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Οι Φαναριώτες διαπνέονταν από μια συνείδηση αριστοκρατικής καταγωγής, καθώς θεωρούνταν ως απόγονοι των Βυζαντινών που παρέμειναν στην Κωνσταντινούπολη μετά την άλωση και διαμόρφωσαν την ελληνοχριστιανική ελίτ της πόλης. Ωστόσο, τα χρόνια λίγο πριν ή μετά την άλωση τα περισσότερα μέλη των αριστοκρατικών βυζαντινών οικογενειών έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη και κατέφυγαν στην Κρήτη, στα νησιά του Αιγαίου, στην ιταλική χερσόνησο και τη Δυτική Ευρώπη.
Οπότε, αν παρέμειναν κάποιοι βυζαντινοί αριστοκράτες, σίγουρα αυτοί θα ήταν πολλοί λίγοι και ίσως να αξιοποιήθηκαν από τον Σουλτάνο Μεχμέτ Β΄ ως σύμβουλοι στις υποθέσεις της αυτοκρατορίας.Μάλιστα, μέλη των βυζαντινών αριστοκρατικών οικογενειών φαίνεται μέσα από πηγές πως διατήρησαν μετά την άλωση εξέχουσα κοινωνική και οικονομική θέση. Τουλάχιστον μέχρι τον 16ο αιώνα μαρτυρούνται από οθωμανικής πηγές πως Καντακουζηνοί, Παλαιολόγοι, Χαλκοκονδύληδες και Ράλληδες ήταν εκμισθωτές δημοσίων προσόδων και ο χώρος που κινούνταν οι πλούσιοι ήταν η περιοχή γύρω από τον Γαλατά.
Από τα μέσα του 17ου αιώνα όμως δημιουργήθηκε μια νέα κοινωνική ομάδα νεόπλουτων, που αναδείχτηκε μέσα από τις γενικότερες ανακατατάξεις στην οθωμανική κοινωνία. Έτσι, οι ελληνορθόδοξοι υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που συγκεντρώθηκαν γύρω από το Φανάριέμειναν στην ιστορία ως Φαναριώτες και από τον 18ο έως την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης κατείχαν σημαντικά κρατικά αξιώματα.
Οι Φαναριώτες, λοιπόν, ήταν άνθρωποι που δημιούργησαν μεγάλες περιουσίες μετά τον 17ο αιώνα,διακρίνονταν για τη φιλομάθεια και υιοθέτησαν την ελληνική γλώσσα και κουλτούρα. Εκείνη την εποχή όποιος πλούσιος ήθελε να διεκδικήσει κύρος και δύναμη, έπρεπε να αποκτήσει συγγενικές σχέσεις με τους Φαναριώτες και να υιοθετήσει την ελληνική γλώσσα και παιδεία. Υπήρχαν μάλιστα ανάμεσα στους Φαναριώτες και Ρουμανικές οικογένειες, όπως των Ρακοβίτσα και Καλλιμάχη, που εξελληνίστηκαν εκούσια γι’ αυτόν τον σκοπό. Αλλά και οι υπόλοιπες ελληνικές οικογένειες των Φαναριωτών δεν προέρχονταν από τους βυζαντινούς άρχοντες, αλλά είχαν ταπεινή καταγωγή, όπως ήταν οι Σούτσοι.Άλλες γνωστές οικογένειες Φαναριωτών κατάγονταν από τον Πόντο, όπως ο Υψηλάντης και ο Μουρούζης, ενώ η οικογένεια Γκίκα κατάγονταν από την Ήπειρο.
Συνεπώς, οι Φαναριώτες που αναδείχθηκαν στα αξιώματα του Μεγάλου Διερμηνέα της Υψηλής Πύλης, του Διερμηνέα του Στόλου και των Ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας εντάχθηκαν στην ελληνορθόδοξη αριστοκρατία αλλά αποτελούσαν ένα εθνοτικό και γεωγραφικό μωσαϊκόχωρίς να αποτελούν μια ενιαία εθνική ομάδα με ρίζες στη βυζαντινή αριστοκρατία.
Πηγή: ΟΙ ΦΑΝΑΡΙΩΤΕΣ

Κάθε χρόνο, στις 10 Απριλίου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης ανάβει ένα κερί και προσεύχεται. Γιατί άραγε; Ήταν 10 Απριλίου 1821. Σ’ αυτήν την κλειστή σήμερα μαύρη πύλη οθωμανοί στρατιώτες κρέμασαν ένα χοντρό σχοινί με μια θηλιά.


Εδώ και 195 χρόνια, η κεντρική πύλη του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Φανάρι είναι σφραγισμένη. Όποιος θέλει να εισέλθει, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο χώρο όπου τους τελευταίους αιώνες εδρεύει η πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, γίνεται μάρτυρας ενός συνεχούς βουβού θρήνου, αλλά και τιμής σε έναν άνθρωπο που προτίμησε τη θυσία. Κάθε χρόνο, στις 10 Απριλίου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης ανάβει ένα κερί και προσεύχεται. Γιατί άραγε; Ήταν 10 Απριλίου 1821. Σ’ αυτήν την κλειστή σήμερα μαύρη πύλη οθωμανοί στρατιώτες κρέμασαν ένα χοντρό σχοινί με μια θηλιά.
Στόχος τους δεν ήταν άλλος από τον Εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ που παρά τις πιέσεις να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να φυγαδευτεί, προτίμησε να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο την μοίρα του. Τον κρέμασαν στην κεντρική πύλη για να τον ατιμώσουν και να παραδειγματίσουν. Άφησαν το άψυχο κορμί του να κρέμεται εκεί για τρία μερόνυχτα. Με κόπους η σωρός του έφτασε στην Οδησσό για να αναπαυτεί, ενώ σήμερα τα λείψανα του, φυλάσσονται σε μαρμάρινη λειψανοθήκη, στον καθεδρικό ναό των Αθηνών.Κάποιοι θέλουν να πείσουν τον Ελληνισμό πως ο Γρηγόριος ήταν ένας «προδότης» που για να διασωθεί είχε αφορίσει την Επανάσταση του Υψηλάντη. Μια μικρή αναζήτηση στις πηγές ωστόσο αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο.
Παρά την διαφωνία του –όπως υποστηρίζουν κάποιοι ιστορικοί- για το χρόνο που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί η Επανάσταση, ο Γρηγόριος Ε΄ είχε στηρίξει με κάθε μέσον τον Ελληνισμό. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι ο Γρηγόριος θα μπορούσε να είχε σωθεί. Αρκετοί ήταν αυτοί που τον πίεζαν να φυγαδευτεί. Ο Υψηλάντης είχε στείλει πλοίο για να τον μεταφέρει μακριά από τον Σουλτάνο. Για τον Γρηγόριο όμως αυτό δεν υπήρχε σαν επιλογή!
Σύμφωνα με τον πανηγυρικό που εκφώνησε για τον Πατριάρχη το 1853 ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως αυτός μεταφέρεται από τον ανιψιό του Πατριάρχη, ο Γρηγόριος Ε’ απέρριψε προτάσεις υπαλλήλων ξένων πρεσβειών να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη λέγοντας:
Μη με προτρέπετε εις φυγήν, μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείται, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω…ουχί! Εγώ δια τούτω είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου…ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν οφέλειαν από την ζωή μου…Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δε θα ανεχτώ ώστε εις τα οδούς της Οδησσού, της Κέρκυρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγύιων, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες, Ιδού έρχεται ο φονεύς πατριάρχης.
Η αγιοκατάταξη του έγινε στις 10 Απριλίου 1921.

Περπατώντας στο Φανάρι τη συνοικία των Ελλήνων Γειτονιές της Πόλης



Στην δυτική πλευρά των Βυζαντινών τειχών και χτισμένο  στον 4ο και 5ο λόφο της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται η περιοχή του Φαναρίου ,  η γειτονιά των Ελλήνων από τα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση . Ο πόλος γύρω από τον οποίο απλώθηκε αυτή η γειτονιά ήταν το Ελληνικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Τον 17ο αιώνα, το Φανάρι έγινε η περιοχή της ανώτερης αστικής τάξης, η οποία άρχισε να κατασκευάζει τις πολυτελείς κατοικίες της με τις λαξευτές πέτρες και τον περίτεχνο διάκοσμο στις προσόψεις … Όμως κατά τον 19ο αιώνα, η κοινωνική δομή του συνοικισμού υπέστη μία ραγδαία μεταβολή. Οι προεξάρχουσες οικογένειες των Ελλήνων μετακόμισαν στα χωριά κατά μήκος του Βοσπόρου, όπως η Ταραμπιά και το Κουρούτσεσμέ. Μόνον οι υπάλληλοι, οι τεχνίτες και οι έμποροι έμειναν πίσω … Μετά το πρώτο κύμα μεταναστών στις αστικές περιοχές της Κωνσταντινούπολης, τα Πριγκιποννήσια, το Καντίκιοϊ και το Σισλί, στος τέλος του 19ου αιώνα, η δομή του πληθυσμού άρχισε να αλλάζει ραγδαία. Οι Έλληνες εγκατέλειψαν οριστικά και μαζικά την περιοχή το 1955, μετά τους υποκινούμενους από την τουρκική κυβέρνηση διωγμούς …. Από τότε η περιοχή εισήλθε σε μια περίοδο μεγάλης εγκατάλειψης και αυτή η παρακμή συνεχίζεται ως τις μέρες μας. Ορισμένα κτίρια είναι ήδη ερείπια , ένα σημαντικό ποσοστό βρίσκονται σε άθλια κατάσταση και άλλα έχουν  καταρρεύσει   στο πέρασμα των αιώνων . Οι κάτοικοι του Φαναρίου σήμερα είναι  μουσουλμάνοι  των φτωχών στρωμάτων  οι οποίοι πληρώνουν  πολύ χαμηλά ενοίκια για να μένουν εκεί και φυσικά δε διαθέτουν τους πόρους για να επισκευάσουν και να συντηρήσουν τα αποσαθρωμένα  και ετοιμόρροπα σπίτια .Περπατώντας στο Φανάρι  εκτός από το Οικουμενικό Πατριαρχείο  θα συναντήσετε πολλά ιστορικά κτίρια και Μονές όπως τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, τη  Μαράσλειο σχολή, το Ιωακείμιο σχολείο (δίπλα από το Πατριαρχείο),την Παναγία Μουχλιώτισσα και πιο κάτω  την Παναγία Βλαχέρνα ένα από  τα πιο γνωστά προσκυνήματα της περιοχής  καθώς και τα Βυζαντινά τείχη  της Πόλης.

Η συνοικία του Φαναρίου στην Κωνσταντινούπολη και οι Ιστορικότερες οικογένειες της Ρωμηοσύνης αναρτήθηκε από Ιωάννης Φιλίστωρ


Κατά το έτος 1600, το οικουμενικό πατριαρχείο, μεταφέρθηκε στην συνοικία του Φαναριού, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Καθώς είναι πολύ φυσικό, επειδή εκεί υπήρχε το ανώτατο θρησκευτικό αλλά  και εθνικό Κέντρο, πολλοί ομογενείς εγκαταστάθηκαν στο Φανάρι. Άλλωστε εκτός του Πατριαρχείου εκεί βρίσκονταν και η ανώτερη πατριαρχική σχολή. Εκτός αυτού κατά τους χρόνους εκείνους το Πέραήταν γεμάτο αμπέλια και χωράφια. Λίγα σπίτια Ευρωπαίων υπήρχαν μεταξύ Τούνελ και Γαλατά Σεράγι. Σπίτια ομογενών, αλλά λίγα, βρίσκουμε τότε και στο λόφο γύρω από το Κασίμ-Πασά όπου το Κερασοχώρι. Τα νησιά λόγω έλλειψης συγκοινωνίας ήταν τότε σχεδόν απρόσιτα. Και οι απεσταλμένοι των Ευρωπαϊκών Κρατών πριν από τον δέκατο όγδοο αιώνα διέμεναν στο Φανάρι. Στο Φανάρι κατοικούσαν έγκριτοι ομογενείς - oι Φαναριώτες λεγόμενοι-οι οποίοι μορφώνονταν κατ' αρχάς στα σπίτια τους, από τους γονείς τους είτε από ιδιωτικούς δασκάλους είτε στην πατριαρχική σχολή του Φαναριού. Πολλοί απ΄ αυτούς συμπλήρωναν τις σπουδές τους στην Ευρώπη και κυρίως στην Ιταλία. Σπούδαζαν ιατρική, φιλοσοφία και άλλα μαθήματα. Μάθαιναν εκτός της Ελληνικής και της Τουρκο-σλαβο-περσικής, την λατινική και ξένες γλώσσες, την γαλλική και προ πάντων την ιταλική.

    

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΣΟΥΤΣΩΝ
ΜΙΧΑΗΛ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΣΟΥΤΣΟΣ-ΗΓΕΜΩΝ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣ Ο ΝΕΩΤΕΡΟΣΗ πολυμελής των Σούτζων οικογένεια έχει τους περισσότερους δεσμούς με το Μ. Ρεύμα. Όχι μόνο ολόκληρη συνοικία φέρει το όνομα τους, αλλά και πολλοί από τους έγκριτους αυτούς ομογενείς αναφέρονται στους κώδικες. Στην ενοριακή συνέλευση του 1768, παρευρέθησαν οι εξής Σούτσοι : Ο Νικόλαος, Μ. Λογοθέτης της Μ. Εκκλησίας, ο Ποστέλνικος Δημητράκης, ο Χάτμανος Γιαννακάκης, οι δύο αυτάδελφοί του Δημητράκης και Μιχαλάκης. Ο Δημήτριος, κατά τον Α. Κ. Υψηλάντη ήταν γνωστός και με το επώνυμο “κεμπάπης”.
Ο Νικόλαος Σούτζος και ο γιος του Αλέξανδρος-1799 Μ. Δραγουμάνος, 1800 ηγεμών Μολδαβίας, 1802 ηγεμών Βλαχίας-είχαν το παλάτι τους κοντά στην Εκκλησία. Σώζονται ακόμη τα ερείπια του αρχοντικού αυτού σπιτιού. Είχαν και κιόσκι.
Του Μιχαήλ Βόδα το ανάκτορο βρίσκονταν στην εκκλησία του Προδρόμου. Η οικία αυτή μεταβιβάσθηκε στον γιο του Μιχαήλ Βόδα, Γρηγόριο, οπότε-κατά το 1812 - πουλήθηκε στην κατά τον Κουρούτσεσμε εκκλησία του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Του Μιχαήλ Σούτσου του πρεσβύτερου υπάρχουν και τρία χρυσόβουλα, δύο για τον ναό και ένα για την σχολή του Μ. Ρεύματος. Και ο ηγεμών Αλέξανδρος Σούτσος, γιος του φονευθέντος την 28 Αυγούστου 1769 Νικολάου Σούτσου, μεγάλου λογοθέτου του Οικ. Πατριαρχείου, απέλυσε δύο χρυσόβουλα για τον Ι. Ναό του χωριού.
Μεταξύ των ετών 1799 και 1808 αναφέρεται και Κωνσταντίνος Σούτζος, τιτλοφορείται άρχων Σπαθάρης και εγγράφεται το 1799 ως δωρητής έχοντας κατασκευάσει με δικά του έξοδα το τέμπλο της Αγίας Παρασκευής και το αναλόγιο. Ο Κωνσταντίνος αυτός πιθανόν να είναι γιος του Αλέξανδρου Σούτσου, αδελφού του πρεσβυτέρου Μιχαήλ Βόδα. Ο Αλέξανδρος κρεμάσθηκε μπρός στο σπίτι του στα Θεραπειά. Ο Δημήτριος Σούτσος αναγράφεται στους κώδικες ως ο δανείσας στην εκκλησία χρήματα. Στην ίδια οικογένεια, ανήκει και ο Μανόλης Σούτσος, για τον οποίο κάνει λόγο ο μικρός κώδικας. Ο Δημητράκης Σούτσος αναγράφεται ως “Τζελεπής”( Çelebi) .
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΩΝ
Ο μεγάλος και ο μικρός κώδικας αναφέρουν διάφορα μέλη της φαναριώτικης οικογένειας των Μαυροκορδάτων. Στο μεγάλο κώδικα σημειώνεται ο Ιωάννης Μαυροκορδάτος. Γι' αυτόν o Καισάριος  Δαπόντε γράφει τα εξής “ο δε lωάν-βόδας αυθέντευσε μίαν φοράν μόνον εις Μπογδανίαν υπέρ τους τρεις χρόνους. Αυτός απέθανε παυμένος από την θέση του εις την πόλη , εις το Μ. Ρεύμα σεράγι του την Δευτέρα του Πάσχα καθήμενος εις τον θρόνο με το τζιμπούκι του εις το στόμα”.
Κατοικία στο Μ. Ρεύμα είχαν και oι συγγενείς της μητέρας του Ιωάννη Πουλχερίας, θυγατέρα του Θωμά Τζουκή, αρχαιότατης βυζαντινής οικογένειας των Τζουκίδων, οι οποίοι είχαν μέγαρο και στο Πετρί-καπού.
Σε άλλη σελίδα έγινε λόγος για κάποιο αρχιερέα Ιερεμία Μαυροκορδάτο. Ο κληρικός αυτός κατά το 1776 ήταν τριτεύων των πατριαρχείων. Αργότερα εξελέγη μητροπολίτης Βιδύνης, και κατά το 1790 μητροπολίτης Χαλκηδόνος. Ο Ιερεμίας, κατά κόσμο Ιωάννης, ήταν γιος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, γιου του Νικολάου, αδελφός δε του Νικολάου Μαυροκορδάτου, πατρός του Αλεξάνδρου, πολιτικού ηγέτη της νεώτερης Ελλάδας. Ο Αλέξανδρος αυτός της Ελληνικής επανάστασης γεννήθηκε στο Μ. Ρεύμα το 1791. Στο ίδιο χωριό γεννήθηκε και η αδελφή του Αικατερίνη σύζυγος του Σπυρίδωνος Τρικούπη και μητέρα του Χαρίλαου Τρικούπη.
ΙΩΑΝΝΗΣ Γ. ΚΑΡΑΤΖΑΣ-Ηγεμών Βλαχίας-Ανεψιός του οικ. Πατριάρχη Ιωαννίκου.  Ο πατέρας του Αλέξανδρου, Νικόλαος Μπάνος νυμφεύθηκε το 1784 την Σμαράγδαθυγατέρα του Νικολάου Καρατζά και αδελφή του Ιωάννου Καρατζά. Αδελφός του Νικολάου Μαυροκορδάτου, μεγάλου Μπάνου, είναι ο Γεώργιος. Αυτός είναι εκείνος που λένε οι κώδικες. Ο Μπάνος Γεώργιος Μαυροκορδάτος νυμφεύθηκε την Ελένη Σούτσου, πέθανε δε κατά τα γεγονότα του 1821, κρεμαστείς από το παράθυρο του σπιτιού του στο Μ. Ρεύμα.
Κατά το 1811 ο ευγενέστατος άρχων Μπάνος Γεωργάκης Μαυροκορδάτος κάνει δωρεά στην εκκλησία του Μ. Ρ. τα αρχιερατικά του αδελφού του Ιερεμία, μητροπολίτη Χαλκηδόνος, ο οποίος είχε πεθάνει πριν ένα χρόνο.
O Νικόλαος Μαυροκορδάτος, πατήρ του Αλέξανδρου της Ελλην. επανάστασης πέθανε το 1818. Ο Αλέξανδρος ακολούθησε τον εκ μητρός θείο του Ιωάννη Καρατζά στην Βλαχία ως γραμματέας (πρόεδρος της κυβέρνησης), όπου ο Ιωάννης είχε διορισθεί ηγεμόνας τo 1812.
Και άλλος Γεώργιος Μαυροκορδάτος σημειώνεται στον κώδικα στις 15 Αυγούστου του 1845. “Από Γρηγόριο Μαυροκορδάτο μοναχό αφιέρωμά του όπως μνημονεύονται εις τους αιώνας των αιώνων αυτός και οι γονείς και οι αδελφοί του γρ. 1920”. Ο Γρηγόριος αυτός ονομάζονταν κατά κόσμο Γεώργιος, εγγονός ίσως του Γεωργίου του 1785. Μόνασε κατά στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα στο Μοναστήρι του Ξενοφώντος του Αγίου όρους. Ήταν λόγιος. Επιστολές του διάφοροι σώζονται στο μοναστήρι που αναφέραμε. Και η αδελφή του μόνασε στα Ιεροσόλυμα.
Δύο Κωνσταντίνοι Μαυροκορδάτοι αναφέρονται στους κώδικες : ο ένας θα είναι ο γιος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και επομένως αδελφός του Νικολάου Μ. Μπάνου, πατρός του Αλέξανδρου της Ελληνικής επανάστασης. Γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1742 στο Ιάσιο και πέθανε κατά το 1794, και ενταφιάσθηκε στον περίβολο του ναού. Είχε νυμφευθεί την Ελένη Χρυσοσκολαίου. Έφερε τον τίτλο του Λογοθέτη.
Ο νεώτερος Κωστάκης Μαυροκορδάτος των κωδίκων είναι γιος του Σκαρλάτου Μαυροκορδάτου, μεγάλου Λογοθέτη του Οικ. πατριαρχείου αδελφού του Μπάνου Νικολάου.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, τον οποίο αναφέρει ο Σκ. Βυζάντιος ως τελευταίο ηγεμόνα της παραδουνάβιου ηγεμονίας της Μολδαβίας και ως έχοντα το μνήμα του στο κοινό νεκροταφείο του Κουρούτζεσμε, είναι δε γιος του Κωνσταντίνου Νικολάου Μαυροκορδάτου ο επιλεγόμενος Δελής. Πέθανε το 1812. Ο άλλος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο Χάτμανος ο πατήρ της Λουκίας Στεφάνου Καραθεοδωρή, είναι γιος του Μπάνου Γεωργίου Μαυροκορδάτου αδελφού του Σκαρλάτου, του Νικολάου και του Ιωάννου Ιερεμία Μαυροκορδάτου. Ο Αλέξανδρος Δελής είχε σύζυγο την Μαρία Καλλιμάχη, θυγατέρα του Ιωάννου Καλλιμάχη, ο δε Αλέξανδρος Γ. Μαυροκορδάτος την Σμαράγδα Μουρούζη.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΛΙΜΑΧΩΝ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΛΛΙΜΑΧΗΣ-ΗΓΕΜΩΝ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣΚαλλιμάχoι αναφέρονται στους κώδικες οι εξής : Ο Αλέξανδρος και ο αδελφός του Γρηγόριος και ο γιος του Αλέξανδρου, ο Σκαρλάτος. Αναγράφονται επίσης οι Τζιωρτζής Καλλιμάχης, Ραλλού Καλλιμάχη, Μαρία Καλλιμάχη. Ο Αλέξανδρος-Μ. Δραγουμάνος 1785 και 1794 ηγεμών Βλαχίας το 1795 - απέλυσε χρυσόβουλο για το οποίο η Εκκλησία του Μ. Ρεύματος ετησίως ελάμβανε 400 γρ. Ένα άλλο χρυσόβουλο εξέδωσε για το Ελλ. σχολείο να λαμβάνει το χρόνο 200 γρ.
Ο Αλέξανδρος αναφέρεται στον μεγάλο κώδικα ως πεϊζαδές (γιος ηγεμόνα) του πατρός του Ιωάννου Καλλιμάχη, πρώτου εκ της οικογενείας τωνΚαλλιμαχών ο οποίος κατέλαβε την ηγεμονική θέση της Μολδαβίας το 1758.
Ο μισέρ Τζωρτζής Καλλιμάχης αναγράφεται και στο μεγάλο και στο μικρό κώδικα κατά το έτος 1809. Η Ραλλού Καλλιμάχη τρεις φορές αναφέρεται στο μικρό κώδικα (1799 και 1802) εξ αφορμής χρεών τα οποία πλήρωνε σ΄ αυτήν, η εκκλησία του Μ. Ρ. Ο Σκ. Βυζάντιος αναφέρει Ραλλού, θυγατέρα -του Αλέξανδρου Καλλιμάχη, η οποία ενυμφεύθη τον Κωνσταντίνο Υψηλάντη. Ίσως να είναι αυτή και να ανεγράφη στον κώδικα προ του γάμου της. Η Ευφροσύνη είναι κόρη του Αλέξανδρου Καλλιμάχη και σύζυγος του Αλέξανδρου Σούτσου . Μία κόρη είχε ο Ιωάννης Καλλιμάχης, την οποία ενυμφεύθη ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο γιος του Κωνσταντίν - Βόδα.
Θυγατέρα με το όνομα Μαρία είχε και ο Γρηγόριος Καλλιμάχης την οποία νυμφεύθηκε ο Γρηγόριος Στούρζας, ο πατήρ του πρώην ηγεμόνα Μιχαήλ Στούρζα. Αλλά η Μαρία Καλλιμάχη του κώδικα αναφερομένη κατά το 1846 θα είναι μάλλον ή ανεψιά της Μαρίας Ιωάννου Καλλιμάχη, χήρα του Σκαρλάτου ο οποίος καρατομήθηκε σε ηλικία μόλις 45 ετών ή του Ιωάννου, αμφοτέρων υιών του Αλέξανδρου Καλλιμάχη.
Καθώς γράφει ο Σκ. Βυζάντιος, οι Καλλιμάχοι είχαν κοινοτάφιο μέσα στο ναό του Κουρούτσεσμε. Κατοικούσαν δε και σε ιδιαίτερα παλάτια - προ πάντων ο Σκαρλάτος-που είχαν κτίσει στο χωριό εκείνο. Παρά ταύτα είδαμε ποίους δεσμούς είχαν με το Μ. Ρ. και εθεωρούντο μάλλον κάτοικοι. Κουρούτσεσμε - Μεγάλου Ρεύματος. Άλλωστε πολλές Φαναριώτικες οικογένειες κατοικούσαν στο διάστημα μεταξύ Κουρούτσεσμε και Μ. Ρεύματος γιατί αυτά τα δύο χωριά βρίσκονταν τόσο κοντά το ένα με το άλλο ώστε πολλές φορές πολλοί Φαναριώτες αν και είχαν την κατοικία τους στον Κουρούτσεσμε, ανακατεύονταν στα κοινοτικά πράγματα του Μ. Ρ. Για τον πρώτο Γιαννάκην Καλλιμάχη, γράφει o Δαπόντε “απέθανε εις τω εν Κουρούτσεσμε σπίτι του εν ειρήνη”. Τα τραγικά γεγονότα του  τέλους των Καλλιμάχηδων αναφέρει λεπτομερώς ο Σκ. Βυζάντιος που έζησε μαζί τους.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΡΟΥΖΗΔΩΝ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΡΟΥΖΗΣ - ΗΓΕΜΩΝ ΜΟΛΔΑΒΙΑΣΟ Κωνσταντίνος Δημ. Μουρούζης αναφέρεται στους κώδικες. Το 1781, καθώς σημειώνεται στο τέλος του μεγάλου κώδικα, εξέδωσε ως ηγεμόνας της Μολδαβίας ηγεμονικό χρυσόβουλο με το οποίο χορηγήτο κατ' έτος στην εκκλησία του Μ. Ρεύματος  κερί 150 λίτρων. Ο Κωνσταντίνος Μουρούζης είχε γίνει ποστέλνικος το 1765. Την αδελφή του Αικατερίνη νυμφεύθηκε o Αλέξανδρος Υψηλάντης, ηγεμών της Βλαχίας. Ο Κωνσταντίνος το 1774 προήχθη εις Μ. Δραγουμάνο της Υψηλής Πύλης και το 1777, μετά τον φόνο του Γρηγορίου Γκίκα, ηγεμόνα της Μολδαβίας, διορίσθηκε ηγεμόνας της χώρας εκείνης. Παύτηκε κατά το 1782 και με τις ενέργειες του Νικολάου Μαυρογένη εξορίστηκε στη Λήμνο. Λίγο μετά  την επιστροφή του στην πόλη πέθανε την πρωτομαγιά του 1788.
Ο Αλέξανδρος Κων. Μουρούζης γεννήθηκε το 1746. Το 1777 διορίσθηκε ηγεμών της Μολδαβίας και το 1793 ηγεμών Βλαχίας, καθώς και το 1799 και 1803. Χρυσόβουλα αυτού προς όφελος της εκκλησίας ή της σχολής αναγράφονται στον μεγάλο κώδικα. Αυτός είναι ο ηγεμών ο οποίος ετάφη στον περίβολο του ναού του Μ. Ρεύματος. Ο Γεώργιος είναι γιος του Κων. Μουρούζη του αποθανόντος, το 1788 στον Κουρούτσεσμε και επομένως αδελφός του Αλέξανδρου. Ο Γεώργιος ήταν γαμπρός του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, Μ. Ρήτορος, εφονεύθη δε στη Ρόδο το 1793.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΥΨΗΛΑΝΤΩΝ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ι. Κ. ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ-ΗΓΕΜΩΝ ΤΗΣ ΒΛΑΧΙΑΣΣτους κώδικες καταχωρίζονται και πρόσωπα ανήκοντα στην περίφημο οικογένεια των Υψηλαντών. Στον μεγάλο κώδικα διαβάζουμε “παρρησία του υψηλοτάτου αυθέντου Αλεξάνδρου Υψηλάντου για τον μακαρίτη Δημητράκη πεϊζαδέ Υψηλάντην". Του ηγεμόνα αυτού σημειώνονται και δύο χρυσόβουλα του 1803. Η χρονολογία 1803 δεν συμβιβάζεται με εκείνη που ορίζουν oι διάφοροι ιστορικοί, οι οποίοι τερματίζουν την δευτέρα ηγεμονία του στην Βλαχία το 1782, οπότε εξορίστηκε στην Τένεδο, από όπου επανήλθε τον Φεβρουάριο του επόμενου έτους. Ο μακαρίτης πεϊζαδές για τον οποίο έδωκε χρήματα στο ναό για να μνημονεύεται είναι ο δευτερογενής γιος του Δημήτριος. Στον μικρό κώδικα γίνεται λόγος και για τον γιο του Κωνσταντίνοδιάδοχο του και στην δραγομανία και στην ηγεμονία (1796-99 δραγουμάνος 1799ηγεμών Μολδαβίας, 1781, ηγεμών Βλαχίας, 1802-1804 πάλι ηγεμών Βλαχίας). Ο Αλ.Υψηλάντης καρατομήθηκε στις 13 Ιαν. Ι806.
Το 1807 μνημονεύεται στον ίδιο κώδικα η αρχόντισσα Ταρσίτσα Υψηλάντη και το 1834 αναφέρεται η Ελισάβετ Υψηλάντη. Η οικογένεια Υψηλάντη κατά την μαρτυρία του Δαπόντε κατοικούσε στον Κουρούτσεσμε. Η οικογένεια Αλέξανδρου Υψηλάντη είχε σχέση και με τον ναό του Προδρόμου του Σαράφ μπουρνού.

Κατά το 1816 σημειώνεται βοήθεια από υψηλ. αυθέντη Καρατζά 500 γρ. Ο Γιάγκος Καρατζάς, σημειώνεται ως άρχων ποστέλνικος είναι ο διάσημος Ιωάννης Καρατζάς γιος του Γεωργίου Καρατζά. Το χρυσόβουλο του 1816 είναι του Ιωάννου Γεωρ. Καρατζά, που πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 85 ετών. Αλλά όμως μέλη της οικογένειας Καρατζά απεβίωσαν και ενταφιάσθηκαν στο Μ. Ρεύμα. Ο μικρός κώδικας αναφέρει χρυσόβουλο του Κωνσταντίν Βόδα χαντζερή. Ήταν διερμηνέας του στόλου. Το 1797 διορίσθηκε ηγεμόνας Βλαχίας αντικατάστησα τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Στις 18 Φεβ. 1798θανατώθηκε μέσα στο ηγεμονικό του παλάτι στο Βουκουρέστι με διαταγή της Υ. Πύλης.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΔΩΝ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ - ΗΓΕΜΩΝ ΒΛΑΧΙΑΣΗ οικογένεια Μαυρογένηδων, κατοικούσαν στο Φανάρι και ο Νικόλαος είχε πολυτελές θέρετρο στα Θεραπειά καθώς και οι Υψηλάντες και οι γνωστοί ως κάτοικοι του Κουρούτζεσμε, Μουρούζηδες. Παρά ταύτα βρίσκουμε την φαναριώτικη αυτή οικογένεια και στο Μέγα Ρεύμα. Προκειμένου όμως για την οικογένεια Μαυρογένη θεωρείται βέβαιο ότι, μετά την θανάτωση του οσποδάρου Βλαχίας Νικολάου Μαυρογένη η σύζυγος του Μαριώραμετοίκησε στο Μέγα Ρεύμα όπου διέμενε η οικογένεια του πατέρα της.
Η Μαριώρα ήταν θυγατέρα του πλουσιότατου Χίου πραματευτή Δημήτριου Σκαναβή ο οποίος είχε μέγαρο στο Μέγα Ρεύμα. Ο αδελφός της Μαριώρας Νικόλαος Σκαναβής ήταν κάτοικος του Μ. Ρεύματος, και αντιπρόσωπος του ηγεμόνα γαμπρού του, Νικόλαου Μαυρογέννη. Κατά το 1802-3 ο κώδικας αναφέρει την Ραλλού Μαυρογέννη στην οποία πλήρωσε η Εκκλησία ως τόκο 80 γρόσια.
Στο χωριό κατοίκησε και ο πατέρας του Αλέξανδρου Μαυρογέννη -πέθανε το 1902-πρεσβευτού της Τουρκίας στη Washington. O Αλέξανδρος Σπυρίδωνος Μαυρoγέννης γεννήθηκε στο Μ. Ρεύμα το 1845. Όσο χρόνο η Μικτή Επιτροπή επί της ανταλλαγής των πληθυσμών, έδινε πιστοποιητικά μη ανταλλαξιμότητας, ο μακαρίτης Αλέξανδρος ήλθε στο Μ. Ρεύμα και ζήτησε να βρει την εγγραφή της γεννήσεως του. Ο πατέρας του Σπυρίδων ήταν γιος του Αλέξάνδρου Μαυρογέννη, γιατρού δε του Σουλτάνου Χαμίτ.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΖΑΡΙΦΗΔΩΝ
Ο Ζαρίφης κατάγονταν από τον Μαρμαρά (Πρικόννησος), όπου καταγίνονταν με την οινοπαραγωγή. Εγκαταστάθηκε περί τα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνα στο Μ. Ρεύμα, και συνέχισε να ασκεί το ίδιο επάγγελμα, αφού το χωριό μας τότε, ήταν κατάφυτο από αμπέλια. Ο Ιωάννης Ζαρίφης γιος του εκ Πασά Λιμάνι ελθόντος γενάρχου σημειώνεται ως κάπηλος. Ο Ζαρίφης πάππος του ευεργέτη Γεωργίου Ζαρίφη απέθανε και ετάφη στο Μ. Ρ. στον περίβολο του ναού.
Ο Ζαρίφης είχε γιο τον, Ιωάννη ή Γιάγκο Ζαρίφη ο οποίος αναφέρεται στους κώδικες του χωριού το 1816. Ο Μεγαρευμιώτης Ιωάννης Ζαρίφης κοινωνικώς έφθασε σε υψηλή περιωπή, γι΄ αυτό και σημειώνεται με το τιμητικό “τζελεπής” (Celebi) τον οποίο τίτλο, οι κώδικες της Κοινότητας απέδιδαν πάντοτε σε σπουδαίες προσωπικότητες. Ο  Ιωάννης Ζαρίφης έφυγε στην Οδησσό μαζί με τον μικρό τότε γιο του Γεώργιο. Τον Γιάγκο Ζαρίφη είχε κάμει, γαμπρό του ο Ιορδανάκης Καπλάνογλους, πολύ γνωστός Μικρασιάτης. Ο Μ. Γεδεών σημειώνει τα εξής για τον Ιωάννη Ζαρίφη, πατέρα του εθνικού ευεργέτη, Γεωργίου Ζαρίφη. “αναμιγνύεται στα κοινοτικά του Μ. Ρεύματος, είχε μέγαρο πατρικό στο Φανάρι (1795), έτερο μέγαρο εv Μεγάλω Ρεύματι, και τρίτο εν Θεραπείοις”.
Ο πρώτος λοιπόν από τους Ζαρίφηδες πλούτησε στο Μ. Ρεύμα και εκεί απέθανε και ετάφη. Ο γιος του Ιωάννης στο ίδιο προάστιο εκπαιδεύτηκε, εκεί απέκτησε μέγαρο και έλαβε ενεργό μέρος στην διοίκηση των κοινοτικών πραγμάτων. Τον Ιούνιο του 1949 ο γιος του Λεωνίδα Ζαρίφη, Κωνσταντίνος Ζαρίφης, αντάξιος των προγόνων του, τρισέγγονος δε του γενάρχου Ζαρίφη κατοίκου Μ. Ρεύματος, ήλθε στο ιστορικό χωριό με συγκίνηση μεγάλη πάτησε τα χώματα εκεί όπου έζησε και απέθανε ο τετιμημένος γενάρχης του.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΡΑΓΚΑΒΗΔΩΝ
Και ο αείμνηστος Αλέξανδρος Ραγκαβής, του οποίου η οικογένεια συνδέεται με συγγενικούς δεσμούς με τους “Σουτσίδες” όπως τους αποκαλεί ο Α. Κ. Υψηλάντης, γεννήθηκε στο Μ. Ρεύμα. Το γράφει ο ίδιος στα Απομνημονεύματα του “Γεννήθηκα στις 27 Δεκεμβρίου 1809 στο πατρικό μας σπίτι στο Μ. Ρ. (Αρναούτκιοϊ), το οποίο μετά πλείστα έτη είδα αμετάβλητο σωζόμένο απέναντι την βαπορόσκαλα. Βαπτίσθηκα δε από την μάμμη μου, η οποία μου έδωσε, το όνομα του αδελφού της Αλέξανδρου Σούτσου, του ηγεμόνα της Βλαχίας”. Στο ξύλινο αυτό σπίτι πολύ πιθανό να κατοίκησε μετά ο Πατριάρχης Κωνστάντιος ο Β', και κατόπιν έγινε κτήμα της οικογένειας Μιχαήλ Σταύρου. 
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥΣΟΥΡΗ-ΠΑΣΑ
Ο πρώτος από τους Μουσούρους που άφησε το Ρέθυμνο της Κρήτης ήταν ο Παύλος Μουσούρος, γόνος της Βυζαντινής οικογένειας των Μουσούρων, η οποία με άλλες αριστοκρατικές οικογένειες του Βυζαντίου, επί Νικηφόρου του Φωκά, κατά τον l0 αιώνα εγκαταστάθηκε στην Κρήτη. Ο Παύλος ήλθε στο Μ. Ρεύμα περί τα τέλη του l8ου αιώνα και ασκεί εδώ το επάγγελμα του διδάσκαλου. Σχετίσθηκε με την oικ. Ιωαννίδη νυμφευθείς την Κασσάνδρα Ιωαννίδη. Απέκτησε τρεις γιους, τον Κωστάκη, τον Ιωάννη και τον Παύλο, πεθερού του διάσημου Αλέξανδρου Καραθεοδωρή πασά, συγγενούς του Οικ. Πατριάρχη Κυρίλλου του ΣΤ΄.
Παύλος Μουσούρης 
Oι Καραθεοδωρήδες κατάγονταν από το Βοζνοχώρι της Αδριανουπόλεως. Ο Ιωάννης Μουσούρος διακρίθηκε για την εξαιρετική ελληνομάθεια του. Δυστυχώς οι πλούσιες βιβλιοθήκες του Αλέξανδρου Καραθεοδωρή και Κ. Μουσούρη διασκορπίστηκαν. Ο Κωστάκης Π. Μουσούρης εκπαιδεύθηκε με την προστασία του αρχιμανδρίτη θείου του. Έμαθε και γλώσσες ευρωπαϊκές. Εισήλθε στην πολιτική χάρις κυρίως στον γάμο του με την Άννα, θυγατέρα του ηγεμόνα Στέφανου Βoγορίδη, ο οποίος κατοικούσε τότε στο παλάτι του στο Μ. Ρεύμα, το οποίο κατόπιν μετατράπηκε σε Αμερικανικό παρθεναγωγείο.
Στο ίδιο χωριό κατοικούσε και ο Κωστάκης Μουσούρος. Εργάσθηκε σε μεγάλες θέσεις, στις πρεσβείες του Οθωμ. Κράτους, στην Αθήνα και το Λονδίνο. Παρεξηγήθηκε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ανωτάτου Τούρκου υπαλλήλου. Από την αλληλογραφία του, φαίνεται ότι προσπαθούσε και το καθήκον του να εκτελέσει ως υπάλληλος του Οθωμ. Κράτους και το Γένος του και την Εκκλησία του να υπηρετεί. 

Πηγή

http://www.megarevma.net/Fanaryiotes.htm