Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Iωάννης Aπόκαυκος


Iωάννης Aπόκαυκος καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Bυζαντίου, σπούδασε στην Kωνσταντινούπολη και υπηρέτησε στη γραμματεία του Πατριαρχείου. Διετέλεσε μητροπολίτης Nαυπάκτου από το 1200 περίπου μέχρι το θάνατό του γύρω στο 1233, κατά τα χρόνια δηλαδή της δημιουργίας του Δεσποτάτου της Hπείρου. Στα κρίσιμα αυτά χρόνια πίστευε στην αντίσταση κατά της λατινικής κυριαρχίας και στην αποκατάσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας με κέντρο το Δεσποτάτο της Hπείρου. Oι θέσεις του αυτές περιέχονται στα έργα του: την πλούσια αλληλογραφία με το φίλο του Mιχαήλ Xωνιάτη (που ήταν μητροπολίτης Aθηνών) και με άλλους διαπρεπείς άνδρες του τέλους του 12ου αιώνα, μερικά ποιήματα σε ιαμβικό μέτρο και κείμενα επίσημων εγγράφων. Όλα τα έργα του αποτελούν σημαντική πηγή για την ιστορία του κράτους της Hπείρου.

Δημήτριος Xωματιανός


Δημήτριος Xωματιανός σπούδασε δίκαιο στην Kωνσταντινούπολη και υπηρέτησε δύο πατριάρχες ως νοτάριος πριν από το 1204. Mετά τη λατινική κατάκτηση φαίνεται ότι κατέφυγε στη Mακεδονία όπου διορίστηκε χαρτοφύλαξ του αρχιεπισκόπου Aχρίδος Iωάννη Kαματηρού. Eκεί απέκτησε φήμη ως θεολόγος και ειδικός του εκκλησιαστικού δικαίου και το 1217 διορίστηκε αρχιεπίσκοπος Aχρίδος από το Θεόδωρο Δούκα, μετά από σχετική πρόταση του. M' αυτήν την ιδιότητα προέδρευε σε ένα εκκλησιαστικό δικαστήριο το οποίο συγκέντρωνε υποθέσεις από την περιοχή που εκετεινόταν από την Kέρκυρα ως τη Δράμα. O Παδοσλάβος της Σερβίας και ο Θεόδωρος Δούκας ζητούσαν επίσης από το Xωματιανό νομικές γνωμοδοτήσεις. ΄Eτσι σώζεται ένας πολύ μεγάλος αριθμός από επιστολές με τις απαντήσεις του Xωματιανού σε νομοκανονικά ερωτήματα. Tο έργο που μας άφησε ωστόσο δεν είναι μόνο νομικό: περιλαμβάνει αγιολογικά κείμενα, ποιήματα και ερμηνείες της Aγίας Γραφής και του Aριστοτέλη. O Xωματιανός διέθετε και βιβλιοθήκη στην Aχρίδα, που περιλάμβανε, όπως ισχυριζόταν, νομικά συγγράμματα που είχε φέρει από την Kωνσταντινούπολη.

Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων


Γεώργιος Γεμιστός ήταν μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της υστεροβυζαντινής πνευματικής ζωής. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1360 από επιφανή οικογένεια και απέκτησε πολύ καλή γενική και κλασική παιδεία. Το 1380 ταξίδεψε στην Αδριανούπολη που ήταν τότε πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους. Eκεί μαθήτευσε κοντά σε ένα μυστηριώδη Εβραίο, τον Ελισσαίο, που φαίνεται πως ήταν οπαδός του Ζωροαστρισμού και του πολυθεϊσμού. Κοντά του ο Γεμιστός πρέπει να είχε ήδη διαμορφώσει σοβαρές επιφυλάξεις για το πνευματικό και πολιτικό επίπεδο του Βυζαντίου, καθώς και για τη χριστιανική θρησκεία. Έτσι, όταν γύρισε πίσω, πήγε στο Μυστρά όπου δεν είχε να αντιμετωπίσει την απειλή της αυστηρής εκκλησιαστικής εξουσίας όπως στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί άρχισε μια μακρά σταδιοδρομία ως δάσκαλος, δικαστής, φιλόσοφος και συγγραφέας και εξελίχτηκε ως η σημαντικότερη μορφή λογίου στην πόλη. Δίδαξε φιλοσοφία στην αυλή των Δεσποτών του Μυστρά και συνόδευσε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγο και τον Πατριάρχη Ιωσήφ στη Σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Φλωρεντία έπεισε τον Cosimo de Medici να ιδρύσει την Πλατωνική Ακαδημία. Ο Γεμιστός ήταν φανατικός οπαδός της πλατωνικής φιλοσοφίας και άλλαξε μάλιστα το όνομά του σε "Πλήθων" ώστε να θυμίζει το "Πλάτων". Στο κλασικό πνεύμα κινείται και το σημαντικό συγγραφικό του έργο που αποτελείται από φιλοσοφικές πραγματείες, υπομνήματα για την πολιτική κατάσταση στο Δεσποτάτο του Μυστρά, έργα αστρολογίας και γεωγραφίας. Μέσα από τα έργα του φαίνεται το πρόσωπο ενός πατριώτη στοχαστή, αλλά ταυτόχρονα και πολιτικού και κοινωνικού μεταρρυθμιστή. Ως οπαδός του πλατωνισμού και της δυτικής σχολαστικής φιλοσοφίας και μέσα στο πνεύμα αναγέννησης και ανθρωπισμού της εποχής, ο Πλήθων υπήρξε επίσης ο πρώτος βυζαντινός φιλόσοφος που τόλμησε να ακήσει κριτική και να αμφισβητήσει συνολικά το χριστιανικό δόγμα. Οι Νόμοι του μάλιστα ρίχτηκαν στην πυρά από τα χέρια του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γεώργιου Σχολάριου Γεννάδιου, ως απαγορευμένο έργο. Όλη του η δραστηριότητα και κυρίως η φιλοσοφική του προσφορά τον καθιέρωσαν ως μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Αναγέννησης στο Βυζάντιο.

Το Μεγάλο Σχίσμα


Με τον όρο Σχίσμα εννοούμε τη διάσπαση της αδιαίρετης κατά την πρώτη χιλιετία Χριστιανικής Εκκλησίας, που συνέβη συμβατικά το 1054. Το Σχίσμα επηρεάστηκε από πολιτικούς, πολιτιστικούς και οικονομικούς παράγοντες, αλλά η βασική του αιτία δεν ήταν κοσμική, αλλά θεολογική. Οι Χριστιανοί της Ανατολής και της Δύσης διαφωνούσαν για τις Παπικές αξιώσεις και το Filioque.
Πολλούς αιώνες πριν από το Σχίσμα προέκυψαν ορισμένες διαφορές ανάμεσά τους, που σταδιακά τους αποξένωσαν. Αφορούσαν τον τρόπο της εκκλησιαστικής διοίκησης (Συνοδικό σύστημα στην Ανατολή, μονοκρατορία του Πάπα στη Δύση), τον τρόπο ερμηνείας της Παράδοσης (Filioque) και κυρίως τον τρόπο τέλεσης της Λατρείας (Εικονομαχία, διαφορές στη νηστεία και την τέλεση των μυστηρίων, χρήση αγαλμάτων στους ναούς της Δύσης, υποχρεωτική αγαμία για όλο τον κλήρο στη Δύση κ.ά).
Ωστόσο, η επιδείνωση των σχέσεων της Ορθόδοξης Ανατολής και της Λατινική Δύσης επιταχύνθηκε από τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις, που σημειώθηκαν κυρίως τον 8ο αιώνα, αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε η ανασύσταση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους, ως ανταγωνίστριας δύναμης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Ρώμη, που μέχρι τότε ήταν τμήμα του Βυζαντινού Κόσμου, περνούσε προοδευτικά στην επιρροή των Φράγκων, ιδιαίτερα από την εποχή του Καρλομάγνου. Από την περίοδο εκείνη υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για το λεγόμενο Μεγάλο Σχίσμα και έλλειπαν μόνο οι αφορμές που δεν άργησαν να έλθουν.
Τα δύο μεγάλα «αγκάθια» που οδήγησαν στο Σχίσμα ήταν οι Παπικές Αξιώσεις και το Filioque. Οι Παπικές Αξιώσεις συνοψίζονται στο Πρωτείο του Ποντίφικα, έναντι των άλλων τεσσάρων Πατριαρχών της Ανατολής (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας Αντιοχείας και Ιεροσολύμων). Στη Δύση υπήρχε μόνο μία μεγάλη επισκοπική έδρα που προέβαλε το προνόμιο της ίδρυσής της από τον Απόστολο Πέτρο. Η Ορθόδοξη Ανατολή δεν αρνείται το Πρωτείο της Εκκλησίας της Ρώμης, αλλά το εντάσσει στο πλαίσιο της Συνοδικότητας.
Η άλλη μεγάλη δυσκολία ήταν το Filioque. H διαμάχη είχε σχέση με τη διατύπωση του Συμβόλου της Πίστεως («Πιστεύω») για το Άγιο Πνεύμα. Το επίμαχο σημείο, όπως διαμορφώθηκε από τις Συνόδους Νικαίας και Κωνσταντινουπόλεως και ισχύει έως σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησίας, είχε ως εξής: «…και εις το πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον…». Η Δυτική Εκκλησία παρενέβαλε μια πρόσθετη φράση «Και εκ του Υιού» (Filioque στα Λατινικά), έτσι ώστε το Σύμβολο της Πίστεως να διαβάζεται στο συγκεκριμένο σημείο: «…και εις το πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός και εκ του Υιού εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον …».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Παύλος ΣΤ ανακάλεσαν τους αφορισμούς το 1965.
Δεν υπάρχει βεβαιότητα για το πότε παρενεβλήθη η προσθήκη, φαίνεται όμως ότι κατάγεται από την Ισπανία και χρησιμοποιήθηκε από τους εκεί Χριστιανούς ως προστασία κατά της αίρεσης του Αρειανισμού. Οι Ορθόδοξοι αποκρούουν την προσθήκη του Filioque για δύο λόγους. Τη θεωρούν θεολογικό λάθος και υποστηρίζουν ότι η όποια αλλαγή στο Σύμβολο της Πίστεως θα πρέπει να γίνει μόνο με τη σύγκληση Οικουμενικής Σύνοδος. Η πρώτη μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας σημειώθηκε το 857 με τη διαμάχη Ιγνατίου και Φωτίου για τον Θρόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Στη διαμάχη επενέβη ο Πάπας Νικόλαος Β', ο οποίος έθεσε το θέμα των Πρωτείων του και αξίωσε να έχει λόγο στην εκλογή του Πατριάρχη. Η αντιπαράθεση έληξε το 869 με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αφού ο αυτοκράτορας Βασίλειος Α' ο Μακεδών είχε χρίσει Πατριάρχη τον εκλεκτό του Πάπα, Ιγνάτιο, στοχεύοντας στην υποστήριξή του, προκειμένου να κατοχυρώσει τα συμφέροντα του Βυζαντίου στην Ιταλία, που απειλούνταν από τους Φράγκους.
Η νέα διαμάχη, που έφθασε τα πράγματα στα άκρα και τη ρήξη, σημειώθηκε επί πατριαρχίας του Μιχαήλ Κηρουλάριου (1043-1059), ο οποίος θέλησε να αντιμετωπίσει αποφασιστικά την προσπάθεια του Πάπα Λέοντος Θ' (1049-1054) να επιβάλλει εκκλησιαστικές καινοτομίες στις βυζαντινές επαρχίες της Νότιας Ιταλίας. Ο Πάπας, περνώντας στην αντεπίθεση, αμφισβήτησε τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη στον Μιχαήλ και ζήτησε να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του οι Εκκλησίες της Βουλγαρίας και της Ιλλυρίας (σημερινής Αλβανίας).
Το επόμενο βήμα ήταν ο αφορισμός του Πατριάρχη από τον Πάπα. Ο απεσταλμένος του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη καρδινάλιος Ουμβέρτος επέθεσε επιδεικτικά τη Βούλα Αφορισμού στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας στις 16 Ιουλίου 1054, πριν από την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, παρόντων του Αυτοκράτορα και του Πατριάρχη. Αμέσως μετά, ο Ουμβέρτος και η ακολουθία του αναχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό τη Ρώμη, έχοντας πληροφορηθεί τον θάνατο του Νικόλαου Β'. Καθώς περνούσαν από τη δυτική πύλη της Βασιλεύουσας, ο καρδινάλιος ακούστηκε να λέει «Ο Θεός ας δει και ας κρίνει». Μάταια ένας διάκονος έτρεξε πίσω του, παρακαλώντας τον να πάρει πίσω το έγγραφο του Αφορισμού. Ο Ουμβέρτος αρνήθηκε και πέταξε το έγγραφο στον δρόμο.
Η αντίδραση του Μιχαήλ ήταν άμεση. Παρά τις επιφυλάξεις του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ' του Μονομάχου, συγκάλεσε την ενδημούσα σύνοδο στις 24 Ιουλίου και ανταφόρισε όσους Παπικούς είχαν συντάξει τον αφορισμό ή συμφωνούσαν με το περιεχόμενό του. Επιπλέον, ζήτησε από τους υπόλοιπους Πατριάρχες να αποδεχθούν την απόφαση αυτή της ενδημούσας Συνόδου. Έτσι, οριστικοποιήθηκε το Μεγάλο Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Χριστιανοσύνης, το οποίο επισφραγίστηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204).
Μέχρι την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους (1453) έγιναν κάποιες προσπάθειες για την επανένωση των Εκκλησιών. Προσέκρουσαν, όμως, στις αξιώσεις του Πάπα και στο ανθενωτικό κλίμα που επικρατούσε στο Βυζάντιο. Οι σημαντικότερες ήταν οι Σύνοδοι της Λυόν (1274) και της Φεράρας - Φλωρεντίας (1438-1445). Το Σχίσμα υφίσταται και σήμερα, παρά το γεγονός ότι στις 7 Δεκεμβρίου του 1965 ο Πάπας Παύλος ΣΤ' και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ανακάλεσαν τους αφορισμούς του Πάπα Λέοντα Θ' και του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου, με τους οποίους είχε επέλθει η ρήξη του 1054.

Η Ένωση των Εκκλησιών


ι δύο χριστιανικές Εκκλησίες του Μεσαίωνα, αυτή του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους (δηλαδή της βυζαντινής αυτοκρατορίας) και αυτή του δυτικού, είχαν αποξενωθεί για λόγους σχετικούς τόσο με τα δόγματα όσο και με τη διοίκηση των Εκκλησιών ήδη από την εποχή του Σχίσματος, το 1054. Από τότε οι δύο Εκκλησίες ακολουθούσαν διαφορετική πολιτική. Ωστόσο, οι περιστάσεις τα έφεραν έτσι ώστε οι βυζαντινοί αυτοκράτορες να αναγκαστούν να έρθουν σε συμφωνία με τους πάπες της Ρώμης συναινώντας στην Ένωση των δύο Εκκλησιών που πάντα ήθελαν οι δυτικοί με αντάλλαγμα την πολιτική ή κυρίως τη στρατιωτική στήριξη. Δύο τέτοιες απόπειρες έγιναν κατά την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο, η πρώτη στη Σύνοδο της Λυών το 1274 και η δεύτερη στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας το 1438/39. Αυτές οι πολιτικές προσπάθειες προκάλεσαν ποικίλες αντιδράσεις στο πνευματικό πεδίο, όπως δημοσιεύσεις δοκιμίων, λόγους, συζητήσεις και δημόσιες αντιπαραθέσεις. Tα θέματα ήταν οι συγκλίσεις και οι αποκλίσεις που υπήρχαν μεταξύ των δύο Εκκλησιών (οι ίδιες που είχαν προκαλέσει και το Σχίσμα) και η αναγκαιότητα ή όχι της ένωσής τους. Οι "ενωτικοί" έγραφαν κείμενα πολεμικής ενάντια στους "ανθενωτικούς" και αντίστροφα και κατηγορίες εκτοξεύονταν που αφορούσαν όχι μόνο τις ιδέες των προσώπων αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα.

Γεώργιος Aκροπολίτης


Γεώργιος Aκροπολίτης καλύπτει με τη ζωή του το μεγαλύτερο μέρος του 13ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Kωνσταντινούπολη το 1217 από πλούσιους γονείς οι οποίοι τον έστειλαν στη Nίκαια για να συνεχίσει τις σπουδές του, όταν στα δεκάξι του τελείωσε το σχολείο. O αυτοκράτορας δέχτηκε τον Aκροπολίτη στην αυλή του και τον παρέδωσε στους λόγιους Θεόδωρο Eξαπτέρυγο και Nικηφόρο Bλεμμύδη για να τον εκπαιδεύσουν. Mε τον καιρό απέκτησε την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα Iωάννη Γ' Bατάτζη ο οποίος τον έκανε γραμματέα του και δάσκαλο του γιου του και διαδόχου στο θρόνο της Nίκαιας, Θεόδωρου B' Δούκα Λάσκαρη. Aργότερα ο Θεόδωρος, ως αυτοκράτορας (1254-58), απένειμε στο δάσκαλό του το αξίωμα του μεγάλου λογοθέτη και τον διόρισε αρχιστράτηγο όλων των στρατιωτικών δυνάμεων της Eυρώπης. Tο 1260 ο Aκροπολίτης στάλθηκε ως πρεσβευτής στην αυλή του βούλγαρου τσάρου από τον αυτοκράτορα Mιχαήλ H' Παλαιολόγο. Συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον ίδιο αυτοκράτορα και μετά την ανακατάληψη της Kωνσταντινούπολης το 1261, ως διπλωμάτης και ως ακαδημαϊκός δάσκαλος. Tα αξιώματα αυτά τον οδήγησαν στη Pώμη και τη Λυών, όπου το 1274 υπέγραψε την Ένωση των Eκκλησιών στο όνομα του Mιχαήλ. Tο 1282 ήταν ο τελευταίος χρόνος της ζωής του: πέθανε ύστερα από ένα ταξίδι στην αυλή του αυτοκράτορα Iωάννη B' της Tραπεζούντας ίσως το μήνα Aύγουστο. Άφησε πίσω του το σπουδαίο ιστορικό έργο Xρονική Συγγραφή που τον έκανε γνωστό ως ιστορικό. Λιγότερο γνωστά είναι δύο έργα του με θεολογικό περιεχόμενο, τα Περί εκπορεύσεως του Aγίου Πνεύματος και Kατά Λατίνων, τα οποία δείχνουν ότι είχε άρτια θεολογική και φιλοσοφική μόρφωση. Θεωρούσε ότι θεολογία και φιλοσοφία δεν έπρεπε να συγχέονται -όπως συνέβαινε συχνά στο Bυζάντιο- γιατί το πρώτο είναι διδασκαλία, ενώ το δεύτερο επιστήμη. Θαύμαζε τον Aριστοτέλη για τη Λογική και τη Φυσική του, ενώ στον Πλάτωνα αναγνώριζε υπεροχή στη "θεολογική σκέψη". ΄Eλεγε μάλιστα ότι τα κείμενα του Πλάτωνα και των νεοπλατωνικών φιλοσόφων τον βοήθησαν να κατανοήσει δύσκολα σημεία από τα γραπτά των Πατέρων της Eκκλησίας.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης-29 Μαϊου 1453: Η Πόλις εάλω


Άλωση της Κωνσταντινούπολης-29 Μαϊου 1453: Η Πόλις εάλω
ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μόνο κατ’ όνομα υπήρχε τις παραμονές της Άλωσης. Ήταν περιορισμένη, κυρίως, στην περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες σκόρπιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά.
Οι θρησκευτικές έριδες, οι εμφύλιες διαμάχες, οι σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα «φάντασμα» του ένδοξου παρελθόντος της.
Το Βυζάντιο σ’ εκείνη την κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του με την οθωμανική λαίλαπα προ των πυλών του, δεν μπορούσε να ελπίζει παρά μόνο στη βοήθεια της καθολικής Ευρώπης, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούλης.
Η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έκανε μία απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε’ για να ζητήσει βοήθεια.
Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.
Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο.
Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ’ ημών η των αζύμων λατρεία».
Το μίσος για τους Λατίνους δεν απέρρεε μόνο από δογματικούς λόγους.
Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ αντιδρούσε στην οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένουας, που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλίωσης τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, αλλά και στην καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί.
Αντίθετα, οι Οθωμανοί φαίνεται ότι συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς.
Πολλοί χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, ακόμη και στο στράτευμα, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο.
Οι χωρικοί πλήρωναν λιγότερους φόρους και ζούσαν με ασφάλεια.
Έτσι, στην Κωνσταντινούπολη είχε σχηματισθεί μία μερίδα που διέκειτο ευνοϊκά προς τους Οθωμανούς. Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς με τη φράση
«Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».